Type to search

Συμφωνία ΕΕ-Mercosur: Το «Βατερλό» του Έλληνα αγρότη

Επικαιρότητα

Συμφωνία ΕΕ-Mercosur: Το «Βατερλό» του Έλληνα αγρότη

Share

Γράφει ο ΣΠΥΡΟΣ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ*

«Είναι μεγάλο λάθος να περιμένεις να σου επιτεθούν», έλεγε ο Ναπολέων Βοναπάρτης, ο οποίος στο Βατερλό περίμενε μάταια ενισχύσεις, που δεν έφτασαν ποτέ. Σήμερα, η Γαλλία του Μακρόν ίσως κι αυτή να περίμενε ενισχύσεις, στο σθεναρό «Όχι» της, απέναντι στη συμφωνία ΕΕ-Mercosur, ειδικά από τις χώρες του νότου. Ενισχύσεις που δεν ήρθαν. Η ειρωνεία της ιστορίας είναι πως, ενώ ο Ναπολέων βίωσε μόνος του την ήττα, στη περίπτωση της Mercosur είναι (μεταξύ άλλων) και ο Έλληνας αγρότης, που βιώνει το δικό του πολιτικό και οικονομικό «Βατερλό» μετά τη συμφωνία…

Η εμπορική συμφωνία με τις χώρες της «Νότιας ΚοινήςΑγοράς» της Λατινικής Αμερικής επιχειρήθηκε να εμφανιστεί ως μια τεχνοκρατική διευθέτηση του διεθνούς εμπορίου που εκκρεμούσε για 25 χρόνια. Όμως κάθε άλλο παρά αυτό είναι. Ειδικά σε ό,τι αφορά στον ελληνικό πρωτογενή τομέα, η συμφωνία αυτή έχει τη δυναμική ενός τσουνάμι που θα μπορούσε να ισοπεδώσει τα πάντα.

Όταν οι χώρες του Βορρά πανηγυρίζουν για το άνοιγμα μιας αγοράς εκατοντάδων εκατομμυρίων καταναλωτών, ο Έλληνας παραγωγός ζει με τρόμο μια βαθιά αντίφασηπου αγγίζει τα όρια της πολιτικής υποκρισίας. Από τη μία πλευρά, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιβάλλει στους παραγωγούς μας την αυστηρή και δαπανηρή «Πράσινη Συμφωνία», απαιτώντας δραστική μείωση λιπασμάτων και υιοθέτηση πρωτοκόλλων ευζωίας, που αυξάνουν κατακόρυφα το κόστος παραγωγής. Από την άλλη, ανοίγει τις αγορές της σε προϊόντα από τη Βραζιλία και την Αργεντινή, τα οποία παράγονται με ελάχιστους ελέγχους, συχνά με τη χρήση ουσιών που έχουν απαγορευτεί επί ευρωπαϊκού εδάφους εδώ και δεκαετίες. Πρόκειται για έναν δομικό αθέμιτο ανταγωνισμό που υπονομεύει αφενός την ασφάλεια και την ποιότητα των τροφίμων, αφετέρου την ίδια την ύπαρξη των αγροτών, κτηνοτρόφων και αλιέων της πατρίδας μας.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Τοπική Αυτοδιοίκηση οφείλεικαι πρέπει να αναλάβει έναν κρίσιμο και αναβαθμισμένο ρόλο, λειτουργώντας ως θεματοφύλακας του πρωτογενούς τομέα. Από την πλευρά της η Πολιτεία οφείλει να αντιληφθεί ότι πρέπει να παρέχει στους Δήμους και στις Περιφέρειες τους απαραίτητους πόρους και τα χρηματοδοτικά εργαλεία, ώστε να υλοποιηθούν έργα υποδομής με άμεσο αντίκτυπο στην ανταγωνιστικότητα.

Είναι επιτακτική ανάγκη η εξασφάλιση γενναίων και σταθερών κονδυλίων για τη δημιουργία και συντήρηση ενός σύγχρονου οδικού δικτύου εντός των παραγωγικών ζωνών, που θα μειώσει έμμεσα αλλά σημαντικά το κόστος παραγωγής. Μια σύγχρονη αγροτική οδοποιία είναι βασική προϋπόθεση για τη βιωσιμότητα της υπαίθρου.

Εξίσου κρίσιμο ζήτημα είναι η Ορθολογική Διαχείριση των Υδάτων και ο εκσυγχρονισμός των αρδευτικών έργων. Η κλιματική κρίση καθιστά τη διασφάλιση των υδατικών πόρων ζήτημα επιβίωσης. Επιβάλλεται να χρηματοδοτηθεί άμεσα η μετάβαση σε ευφυή συστήματα άρδευσης με στόχο τις μηδενικές απώλειες. Ταυτόχρονα, η διαχείριση αυτή πρέπει να παραμείνει υπό δημόσιο και κοινωνικό έλεγχο. Το νερό είναι βασικός συντελεστής παραγωγής που δεν μπορεί να υπόκειται σε λογικές κερδοσκοπίας.

Η ενεργειακή αυτονομία αποτελεί ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα. Η θεσμική και οικονομική ενίσχυση των Δήμων για τη δημιουργία Ενεργειακών Κοινοτήτων είναι η μόνη βιώσιμη λύση απέναντι στο δυσβάσταχτο κόστος ενέργειας. Στόχος η παροχή φθηνού ή/και δωρεάν ρεύμα στους αγρότες, καλλιεργητές και κτηνοτρόφους για τις αρδευτικές τους ανάγκες, εξισορροπώντας τις πιέσεις που δέχεται το εισόδημά τους από τις διεθνείς εμπορικές συμφωνίες.

Πέραν των υποδομών, η Αυτοδιοίκηση στο σύνολό της πρέπει να προκρίνει και να υιοθετήσει τη δημιουργία ενός «Τοπικού Σήματος Ποιότητας». Ένα κοινό θεσμικό πλαίσιο πιστοποίησης, όπου οι Δήμοι θα εγγυώνται την ποιότητα, την εντοπιότητα και την τήρηση των ευρωπαϊκών προτύπων των προϊόντων τους. Αυτό το «Brand Αυτοδιοίκησης» θα λειτουργήσει ως εργαλείο διαφοροποίησης στις διεθνείς αγορές και θα προστατεύσει τον καταναλωτή από τις εισαγωγές αμφιβόλου προέλευσης, αναδεικνύοντας την υπεροχή της ελληνικής γης.

Ακόμα, θα μπορούσε να θεσπιστεί για τους διαγωνισμούς του δημοσίου η «Ρήτρα Τοπικότητας». Κανένα σχολικό γεύμα, κανένας παιδικός σταθμός και καμία δομή δεν θα προμηθεύεται «ανώνυμο» κρέας ή προϊόντα Mercosur.

Μπορεί κάποιοι να θεωρούν την Αυτοδιοίκησηπρώτου βαθμού ως το «τελευταίο βαγόνι» της κρατικής μηχανής, αλλά στην πραγματικότητα ήταν, είναι και θα είναι η πρώτη γραμμή άμυνας της κοινωνίας.

Και υπό αυτό το πρίσμα αν η Πολιτεία δεν επενδύσει σήμερα στους Δήμους, παρέχοντας τους πόρους για υποδομές και ενεργειακή στήριξη, το «Βατερλό» της Mercosur θα σημάνει την οριστική απαξίωση της ελληνικής υπαίθρου.

* Ο κ. Σπύρος Σταματόπουλος είναι δήμαρχος Σικυωνίων Κορινθίας

[Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην «Εφημερίδα των Συντακτών», φ.3890/14-1-2026]